Κατά Μάρκον θ’ 2-32 | 09.07.2021 | Χάλαρης Κώστας

Κατά Μάρκον
Κεφάλαιο θ’ [9]  //  Εδάφια 2-32

  • 2Και μεθ’ ημέρας εξ παραλαμβάνει ο Ιησούς τον Πέτρον και τον Ιάκωβον και τον Ιωάννην και αναβιβάζει αυτούς εις όρος υψηλόν κατ’ ιδίαν μόνους· και μετεμορφώθη έμπροσθεν αυτών·
    3και τα ιμάτια αυτού έγειναν στιλπνά, λευκά λίαν ως χιών, οποία λευκαντής επί της γης δεν δύναται να λευκάνη.
    4Και εφάνη εις αυτούς ο Ηλίας μετά του Μωϋσέως, και ήσαν συλλαλούντες μετά του Ιησού.
    5Και αποκριθείς ο Πέτρος λέγει προς τον Ιησούν· Ραββί, καλόν είναι να ήμεθα εδώ· και ας κάμωμεν τρείς σκηνάς, διά σε μίαν και διά τον Μωϋσήν μίαν και διά τον Ηλίαν μίαν.
    6Διότι δεν ήξευρε τι να είπη· επειδή ήσαν πεφοβισμένοι.
    7Και νεφέλη επεσκίασεν αυτούς, και ήλθε φωνή εκ της νεφέλης, λέγουσα· Ούτος είναι ο Υιός μου ο αγαπητός· αυτού ακούετε.
    8Και εξαίφνης περιβλέψαντες, δεν είδον πλέον ουδένα, αλλά τον Ιησούν μόνον μεθ’ εαυτών.
    9Ενώ δε κατέβαινον από του όρους, παρήγγειλεν εις αυτούς να μη διηγηθώσιν εις μηδένα όσα είδον, ειμή όταν ο Υιός του ανθρώπου αναστηθή εκ νεκρών.
    10Και εφύλαξαν τον λόγον εν εαυτοίς, συζητούντες προς αλλήλους τι είναι το να αναστηθή εκ νεκρών.
    11Και ηρώτων αυτόν λέγοντες, Διά τι λέγουσιν οι γραμματείς ότι πρέπει να έλθη ο Ηλίας πρώτον; 
    12Ο δε αποκριθείς είπε προς αυτούς· Ο Ηλίας μεν ελθών πρώτον αποκαθιστά πάντα· και ότι είναι γεγραμμένον περί του Υιού του ανθρώπου ότι πρέπει να πάθη πολλά και να εξουδενωθή· 
    13σας λέγω όμως ότι και ο Ηλίας ήλθε, και έπραξαν εις αυτόν όσα ηθέλησαν, καθώς είναι γεγραμμένον περί αυτού.
    14Και ότε ήλθε προς τους μαθητάς, είδε περί αυτούς όχλον πολύν και γραμματείς κάμνοντας συζητήσεις μετ’ αυτών.
    15Και ευθύς πας ο όχλος ιδών αυτόν έγεινεν έκθαμβος και προστρέχοντες ησπάζοντο αυτόν.
    16Και ηρώτησε τους γραμματείς· Τι συζητείτε μετ’ αυτών;
    17Και αποκριθείς εις εκ του όχλου, είπε· Διδάσκαλε, έφερα προς σε τον υιόν μου, έχοντα πνεύμα άλαλον.
    18Και όπου πιάση αυτόν σπαράττει αυτόν, και αφρίζει και τρίζει τους οδόντας αυτού και ξηραίνεται· και είπον προς τους μαθητάς σου να εκβάλωσιν αυτό, αλλά δεν ηδυνήθησαν.
    19Εκείνος δε αποκριθείς προς αυτόν, λέγει· Ω γενεά άπιστος, έως πότε θέλω είσθαι μεθ’ υμών; έως πότε θέλω υπομένει υμάς; φέρετε αυτόν προς εμέ.
    20Και έφεραν αυτόν προς αυτόν. Και ως είδεν αυτόν, ευθύς το πνεύμα εσπάραξεν αυτόν, και πεσών επί της γης εκυλίετο αφρίζων.
    21Και ηρώτησε τον πατέρα αυτού· Πόσος καιρός είναι αφού τούτο έγεινεν εις αυτόν; Ο δε είπε· Παιδιόθεν.
    22Και πολλάκις αυτόν και εις πυρ έρριψε και εις ύδατα, διά να απολέση αυτόν· αλλ’ εάν δύνασαί τι, βοήθησον ημάς, σπλαγχνισθείς εφ’ ημάς.
    23Ο δε Ιησούς είπε προς αυτόν· Το εάν δύνασαι να πιστεύσης, πάντα είναι δυνατά εις τον πιστεύοντα.
    24Και ευθύς κράξας ο πατήρ του παιδίου μετά δακρύων, έλεγε· Πιστεύω, Κύριε· βοήθει εις την απιστίαν μου.
    25Ιδών δε ο Ιησούς ότι επισυντρέχει όχλος, επετίμησε το πνεύμα το ακάθαρτον, λέγων προς αυτό· το πνεύμα το άλαλον και κωφόν, εγώ σε προστάζω, Έξελθε απ’ αυτού και μη εισέλθης πλέον εις αυτόν.
    26Και το πνεύμα κράξαν και πολλά σπαράξαν αυτόν, εξήλθε, και έγεινεν ως νεκρός, ώστε πολλοί έλεγον ότι απέθανεν.
    27Ο δε Ιησούς πιάσας αυτόν από της χειρός ήγειρεν αυτόν, και εσηκώθη.
    28Και ότε εισήλθεν εις οίκον, οι μαθηταί αυτού ηρώτων αυτόν κατ’ ιδίαν, Διά τι ημείς δεν ηδυνήθημεν να εκβάλωμεν αυτό;
    29Και είπε προς αυτούς· Τούτο το γένος δεν δύναται να εξέλθη δι’ ουδενός άλλου τρόπου ειμή διά προσευχής και νηστείας.
    30Και εξελθόντες εκείθεν διέβαινον διά της Γαλιλαίας, και δεν ήθελε να μάθη τούτο ουδείς.
    31Διότι εδίδασκε τους μαθητάς αυτού και έλεγε προς αυτούς ότι ο Υιός του ανθρώπου παραδίδεται εις χείρας ανθρώπων, και θέλουσι θανατώσει αυτόν, και θανατωθείς την τρίτην ημέραν θέλει αναστηθή.
    32Εκείνοι όμως δεν ηνόουν τον λόγον και εφοβούντο να ερωτήσωσιν αυτόν.

 

Μηνύματα μέσα από τον Λόγο του Θεού

ψωμιαδης

Ησαΐας Κεφάλαιο μ’ [40] // Εδάφια 27-31 27Διὰ τί λέγεις, Ἰακώβ, καὶ λαλεῖς, Ἰσραήλ, Ἡ ὁδὸς μου εἶναι κεκρυμμένη ἀπὸ τοῦ Κυρίου καὶ ἡ κρίσις μου παραμελεῖται ὑπὸ τοῦ Θεοῦ μου;28Δὲν ἐγνώρισας; δὲν ἤκουσας, ὅτι ὁ αἰώνιος Θεός, ὁ Κύριος, ὁ Ποιητής τῶν ἄκρων τῆς γῆς, δὲν ἀτονεῖ καὶ δὲν ἀποκάμνει; δὲν ἐξιχνιάζεται ἡ φρόνησις […]

Continue reading

karpozilos

Κατά Λουκάν Κεφάλαιο θ’ [9] // Εδάφια 18-45 18Καὶ ἐνῷ αὐτὸς προσηύχετο καταμόνας, ἦσαν μετ᾿ αὐτοῦ οἱ μαθηταί, καὶ ἠρώτησεν αὐτοὺς λέγων· Τίνα μὲ λέγουσιν οἱ ὄχλοι ὅτι εἶμαι;19οἱ δὲ ἀποκριθέντες εἶπον· Ἰωάννην τὸν Βαπτιστήν, ἄλλοι δὲ Ἠλίαν, ἄλλοι δὲ ὅτι ἀνέστη τις τῶν ἀρχαίων προφητῶν.20Εἶπε δὲ πρὸς αὐτούς· Σεῖς δὲ τίνα μὲ λέγετε ὅτι […]

Continue reading

Χωρίς τίτλο

Κατά Mατθαίον Κεφάλαιο κδ’ [24] // Εδάφια 36-51 36Περὶ δὲ τῆς ἡμέρας ἐκείνης καὶ τῆς ὥρας οὐδεὶς γινώσκει, οὐδὲ οἱ ἄγγελοι τῶν οὐρανῶν, εἰμή ὁ Πατήρ μου μόνος· 37καὶ καθὼς αἱ ἡμέραι τοῦ Νῶε, οὕτω θέλει εἶσθαι καὶ ἡ παρουσία τοῦ Υἱοῦ τοῦ ἀνθρώπου.38Διότι καθὼς ἐν ταῖς ἡμέραις ταῖς πρὸ τοῦ κατακλυσμοῦ ἦσαν τρώγοντες καὶ […]

Continue reading