Κατά Λουκάν ιε’ 13 | 06.08.2021 | Κίτσας Βασίλης

Κατά Λουκάν
Κεφάλαιο ιε’ [15]  //  Εδάφια 11-32

11Είπε δέ· Άνθρωπος τις είχε δύο υιούς.
12Και είπεν ο νεώτερος αυτών προς τον πατέρα· Πάτερ, δος μοι το ανήκον μέρος της περιουσίας. Και διεμοίρασεν εις αυτούς τα υπάρχοντα αυτού.
13Και μετ’ ολίγας ημέρας συνάξας πάντα ο νεώτερος υιός, απεδήμησεν εις χώραν μακράν και εκεί διεσκόρπισε την περιουσίαν αυτού ζων ασώτως.
14Αφού δε εδαπάνησε πάντα, έγεινε πείνα μεγάλη εν τη χώρα εκείνη, και αυτός ήρχισε να στερήται.
15Τότε υπήγε και προσεκολλήθη εις ένα των πολιτών της χώρας εκείνης, όστις έπεμψεν αυτόν εις τους αγρούς αυτού διά να βόσκη χοίρους.
16Και επεθύμει να γεμίση την κοιλίαν αυτού από των ξυλοκεράτων, τα οποία έτρωγον οι χοίροι, και ουδείς έδιδεν εις αυτόν.
17Ελθών δε εις εαυτόν, είπε· Πόσοι μισθωτοί του πατρός μου περισσεύουσιν άρτον, και εγώ χάνομαι υπό της πείνης.
18Σηκωθείς θέλω υπάγει προς τον πατέρα μου και θέλω ειπεί προς αυτόν· Πάτερ, ήμαρτον εις τον ουρανόν και ενώπιόν σου·
19και δεν είμαι πλέον άξιος να ονομασθώ υιός σου· κάμε με ως ένα των μισθωτών σου.
20Και σηκωθείς ήλθε προς τον πατέρα αυτού. Ενώ, δε απείχεν έτι μακράν, είδεν αυτόν ο πατήρ αυτού και εσπλαγχνίσθη, και δραμών επέπεσεν επί τον τράχηλον αυτού και κατεφίλησεν αυτόν. 
21είπε δε προς αυτόν ο υιός· Πάτερ, ήμαρτον εις τον ουρανόν και ενώπιόν σου, και δεν είμαι πλέον άξιος να ονομασθώ υιός σου.
22Και ο πατήρ είπε προς τους δούλους αυτού· Φέρετε έξω την στολήν την πρώτην και ενδύσατε αυτόν, και δότε δακτυλίδιον εις την χείρα αυτού και υποδήματα εις τους πόδας,
23και φέροντες τον μόσχον τον σιτευτόν σφάξατε, και φαγόντες ας ευφρανθώμεν,
24διότι ούτος ο υιός μου νεκρός ήτο και ανέζησε, και απολωλώς ήτο και ευρέθη. Και ήρχισαν να ευφραίνωνται.
25Ήτο δε ο πρεσβύτερος αυτού υιός εν τω αγρώ· και καθώς ερχόμενος επλησίασεν εις την οικίαν, ήκουσε συμφωνίαν και χορούς,
26και προσκαλέσας ένα των δούλων, ηρώτα τι είναι ταύτα.
27Ο δε είπε προς αυτόν ότι ο αδελφός σου ήλθε· και έσφαξεν ο πατήρ σου τον μόσχον τον σιτευτόν, διότι απήλαυσεν αυτόν υγιαίνοντα.
28Και ωργίσθη και δεν ήθελε να εισέλθη. Εξήλθε λοιπόν ο πατήρ αυτού και παρεκάλει αυτόν.
29Ο δε αποκριθείς είπε προς τον πατέρα· Ιδού, τόσα έτη σε δουλεύω, και ποτέ εντολήν σου δεν παρέβην, και εις εμέ ουδέ ερίφιον έδωκάς ποτέ διά να ευφρανθώ μετά των φίλων μου.
30Ότε δε ο υιός σου ούτος, ο καταφαγών σου τον βίον μετά πορνών, ήλθεν, έσφαξας δι’ αυτόν τον μόσχον τον σιτευτόν.
31Ο δε είπε προς αυτόν· Τέκνον, συ πάντοτε μετ’ εμού είσαι, και πάντα τα εμά σα είναι·
32έπρεπε δε να ευφρανθώμεν και να χαρώμεν, διότι ο αδελφός σου ούτος νεκρός ήτο και ανέζησε, και απολωλώς ήτο και ευρέθη.

Μηνύματα μέσα από τον Λόγο του Θεού

Χωρίς τίτλο

Κατά Mατθαίον Κεφάλαιο κδ’ [24] // Εδάφια 36-51 36Περὶ δὲ τῆς ἡμέρας ἐκείνης καὶ τῆς ὥρας οὐδεὶς γινώσκει, οὐδὲ οἱ ἄγγελοι τῶν οὐρανῶν, εἰμή ὁ Πατήρ μου μόνος· 37καὶ καθὼς αἱ ἡμέραι τοῦ Νῶε, οὕτω θέλει εἶσθαι καὶ ἡ παρουσία τοῦ Υἱοῦ τοῦ ἀνθρώπου.38Διότι καθὼς ἐν ταῖς ἡμέραις ταῖς πρὸ τοῦ κατακλυσμοῦ ἦσαν τρώγοντες καὶ […]

Continue reading

romeo

Προς Εβραίους Κεφάλαιο ι’ [10] // Εδάφια 35-39 5Μή ἀποβάλητε λοιπὸν τὴν παρρησίαν σας, ἥτις ἔχει μισθαποδοσίαν μεγάλην.36Διότι ἔχετε χρείαν ὑπομονῆς, διὰ νὰ κάμητε τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ καὶ νὰ λάβητε τὴν ἐπαγγελίαν. 37Διότι ἔτι ὀλίγον καιρόν, καὶ θέλει ἐλθεῖ ὁ ἐρχόμενος καὶ δὲν θέλει βραδύνει.38Ὁ δὲ δίκαιος θέλει ζήσει ἐκ πίστεως· καὶ ἐὰν τις […]

Continue reading

Χωρίς τίτλο

Κατά Ματθαίον Κεφάλαιο κε’ [25] // Εδάφια 13-30 13Ἀγρυπνεῖτε λοιπόν, διότι δὲν ἐξεύρετε τὴν ἡμέραν οὐδὲ τὴν ὥραν, καθ᾿ ἥν ὁ Υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ἔρχεται. 14Διότι θέλει ἐλθεῖ ὡς ἄνθρωπος, ὅστις ἀποδημῶν ἐκάλεσε τοὺς δούλους αὑτοῦ καὶ παρέδωκεν εἰς αὐτοὺς τὰ ὑπάρχοντα αὑτοῦ,15καὶ εἰς ἄλλον μὲν ἔδωκε πέντε τάλαντα, εἰς ἄλλον δὲ δύο, εἰς ἄλλον […]

Continue reading