Ιερεμίας
Κεφάλαιο ιζ’ [17] // Εδάφια 5-18
5Ούτω λέγει Κύριος· Επικατάρατος ο άνθρωπος, όστις ελπίζει επί άνθρωπον και κάμνει σάρκα βραχίονα αυτού και του οποίου η καρδία απομακρύνεται από του Κυρίου.
6Διότι θέλει είσθαι ως η αγριομυρίκη εν ερήμω, και δεν θέλει ιδεί όταν έλθη το αγαθόν· αλλά θέλει κατοικεί τόπους ξηρούς εν ερήμω, γην αλμυράν και ακατοίκητον.
7Ευλογημένος ο άνθρωπος ο ελπίζων επί Κύριον και του οποίου ο Κύριος είναι η ελπίς.
8Διότι θέλει είσθαι ως δένδρον πεφυτευμένον πλησίον των υδάτων, το οποίον εξαπλόνει τας ρίζας αυτού πλησίον του ποταμού, και δεν θέλει ιδεί όταν έρχηται το καύμα αλλά το φύλλον αυτού θέλει θάλλει· και δεν θέλει μεριμνήσει εν τω έτει της ανομβρίας ουδέ θέλει παύσει από του να κάμνη καρπόν.
9Η καρδία είναι απατηλή υπέρ πάντα και σφόδρα διεφθαρμένη· τις δύναται να γνωρίση αυτήν;
10Εγώ ο Κύριος εξετάζω την καρδίαν, δοκιμάζω τους νεφρούς, διά να δώσω εις έκαστον κατά τας οδούς αυτού, κατά τον καρπόν των έργων αυτού.
11Καθώς η πέρδιξ η επωάζουσα και μη νεοσσεύουσα, ούτως ο αποκτών πλούτη αδίκως θέλει αφήσει αυτά εις το ήμισυ των ημερών αυτού και εις τα έσχατα αυτού θέλει είσθαι άφρων.
12Θρόνος δόξης υψωμένος εξ αρχής είναι ο τόπος του αγιαστηρίου ημών.
13Κύριε, η ελπίς του Ισραήλ, πάντες οι εγκαταλείποντές σε θέλουσι καταισχυνθή και οι αποστάται εμού θέλουσι γραφθή εν τη γή· διότι εγκατέλιπον τον Κύριον, την πηγήν των ζώντων υδάτων.
14Ιασαί με, Κύριε, και θέλω ιαθή· σώσον με και θέλω σωθή· διότι συ είσαι το καύχημά μου·
15Ιδού, ούτοι λέγουσι προς εμέ, Που ο λόγος του Κυρίου; ας έλθη τώρα.
16Αλλ’ εγώ δεν απεσύρθην από του να σε ακολουθώ ως ποιμήν, ουδέ επεθύμησα την ημέραν της θλίψεως· συ εξεύρεις τούτο· τα εξελθόντα εκ των χειλέων μου ήσαν ενώπιόν σου.
17Μη γείνης εις εμέ τρόμος· συ είσαι η ελπίς μου εν ημέρα συμφοράς·
18Ας καταισχυνθώσιν οι καταδιώκοντές με, εγώ δε ας μη καταισχυνθώ· ας τρομάξωσιν εκείνοι αλλ’ ας μη τρομάξω εγώ· φέρε επ’ αυτούς ημέραν συμφοράς και σύντριψον αυτούς διπλούν σύντριμμα.
Μηνύματα μέσα από τον Λόγο του Θεού
Παροιμίαις Κεφάλαιο γ’ [3] // Εδάφια 1-12 1Υἱὲ μου, μή λησμονῇς τοὺς νόμους μου, καὶ ἡ καρδία σου ἄς φυλάττῃ τὰς ἐντολὰς μου.2Διότι μακρότητα ἡμερῶν καὶ ἔτη ζωῆς καὶ εἰρήνην θέλουσι προσθέσει εἰς σέ.3Ἔλεος καὶ ἀλήθεια ἄς μή σὲ ἐγκαταλίπωσι· δέσον αὐτὰς περὶ τὸν τράχηλόν σου· ἐγχάραξον αὐτὰς ἐπὶ τὴν πλάκα τῆς καρδίας σου·4οὕτω θέλεις […]
Κατά Ματθαίον Κεφάλαιο ιη’ [18] // Εδάφια 1-35 1Ἐν ἐκείνῃ τῇ ὥρᾳ ἦλθον οἱ μαθηταὶ πρὸς τὸν Ἰησοῦν, λέγοντες· Τίς ἄρα εἶναι μεγαλήτερος ἐν τῇ βασιλείᾳ τῶν οὐρανῶν;2Καὶ προσκαλέσας ὁ Ἰησοῦς παιδίον, ἔστησεν αὐτὸ ἐν τῷ μέσῳ αὐτῶν3καὶ εἶπεν· Ἀληθῶς σᾶς λέγω, ἐὰν δὲν ἐπιστρέψητε καὶ γείνητε ὡς τὰ παιδία, δὲν θέλετε εἰσέλθει εἰς τὴν […]


